
ΑΓΙΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ
Αὐτός ὁ θεῖοςὉμολογητής Εὐστάθιος ἔζησε στά χρόνια τοῦ πρώτου ἀνάμεσα στούς βασιλεῖς τῶν Χριστιανῶν Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου, κατά τό ἔτος 324. Καταγόταν ἀπό τήν Σίνδη τῆς Παμφυλίας, ὅπως λέει ὁ Ἱερώνυμος στό ἔργο του περί Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων. Ὁ δέ Νικήτας λέει, ὅτι καταγόταν ἀπό τήν Μακεδονία τῆς Φιλίππου. Διδάσκαλος ὄντας ὁ Ἅγιος αὐτός, ἔστελνε μέ τόν λόγο τῆς σοφίας του τίς ἀκτίνες τῆς Ὀρθοδόξίας σέ ὅλη τήν οἰκουμένη.
Αὐτός ἦταν παρών καί στήν ἐν Νικαία πρώτη καί Οἰκουμενική Σύνοδο, πού συγκροτήθηκε κατά τό ἔτος 325, ἐνισχύοντας μέν τό δόγμα τῆς εὐσεβείας καί Ὀρθοδοξίας, ἐλέγχχοντας δέ καί ἀνατρέποντας τούς Ἀρειανούς, οἱ ὁποῖοι ὡς ἄφρονες εἰσήγαγαν στήν μία φύσι τῆς Ἁγίας Τριάδος τομή καί διαίρεσι λέγοντας, ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ εἶναι κτίσμα, καί χωρίζοντάς τον ἀπό τήν οὐσία καί τήν τιμή καί τήν ἀξία τοῦ ὁμοουσίου Πατρός του.
Ἐτσι γιά τήν θεϊκή του παρρησία καί γιά τόν ζῆλο, πού εἶχε γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστι, τόν φθόνησαν ὁ Εὐσέβιος ὁ Νικομηδείας καί Θέογνις ὁ Νικαίας καί Εύσέβιος ὁ Καισαρείας καί ὅσοι ἄλλοι ἦταν ἐπικοινωνοί τῆς ἀρειανικῆς βλασφημίας ἤ σωστότερα νά ποῦμε τῆς ἀθεΐας. Ἐτσι, ἀφοῦ ὑποκρίθηκαν ὅτι θά πᾶνε στά Ἱεροσόλυμα, πῆγαν στήν Ἀντιόχεια καί ἐκεῖ, ἀφοῦ ἔκαναν συνέδριο, καθήρεσαν τόν Ἅγιο. Γιά νά φανοῦν ὅμως, ὅτι γιά εὔλογη αἰτία τόν καθαίρεσαν, τί σχεδίασαν οἱ πολυμήχανοι;Ἔδωσαν δῶρα μεγάλα σέ μία πόρνη, πού εἶχε παιδί νεογέννητο, καί τήν ἔπεισαν νά πῆ ψευδῶς, ὅτι τό γέννησε μέ τόν Ἁγιο. Ἔτσι, μόλις ὴλθε ἡ πόρνη μαζί μέ τό παιδί της στό συνέδριο ἐκείνων, συκοφάντησε τόν Ἅγιο, ὅτι ἀπό αὐτόν συνέλαβε καί γέννησε τό παιδί. Οἱ δέ δόλιοι ἐκεῖνοι Ἀρχιερεῖς δέν ζήτησαν ἄλλες μαρτυρίες, ἀλλά μόνο ἔδωσαν ὅρκο στήν γυναῖκα καί ἀφοῦ ἀρκεσθηκαν σ’αὐτό, ἀμέσως καθήρεσαν τόν Ἅγιο. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά πείθουν καί τόν βασιλιά (δηλαδή τόν Μέγα Κωνσταντίνο) νά ἐξορίση τόν Ἅγιο. Τότε στάλθηκε ὁ μακάριος Εὐστάθιος στούς Φιλίππους διά μέσου της Θράκης καί ἐκεῖ τελείωσε τήν ζωή του.
Ὕστερα ὅμως ἀπό ἑκατό χρόνια, κατά τίς ἡμέρες τοῦ βασιλιᾶ Ζήνωνα, κατά τό ἔτος 477, μεταφέρθηκε τό ἅγιό του λείψανο καί στάλθηκε στήν Ἀντιόχεια. Τότε ὅλο τό πλῆθος ἐκχύθηκε μέ εὐλάβεια, μέ ὕμνους καί φῶτα καί θυμιάματα. Αὐτόν τόν Ἅγιο τίμησε μέ ἐγκώμιο καί ὁ θεῖος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Λένε μάλιστα, ὅτι ἡ γυναίκα ἐκείνη, πού συκοφάντησε αὐτόν τόν μέγα Εὐστάθιο, ἔπεσε σέ φοβερή ἀσθένεια. Τότε ὡμολόγησε μέν, ὅτι ἄδικα διέβαλε καί συκοφάντησε τόν Ἅγιο, άλλά καί φανέρωσε καί τά ὀνόματα τῶν Ἀρειανῶν Ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι τήν ἔπεισαν μέ χρήματα, νά πῆ αὐτήν τήν συκοφαντία κατά τοῦ ἁγίου καί νά κάνη τόν ὅρκο μέ παραλογισμό. Εἶπε ἀκόμη καί αὐτό, ὅτι τό νεογέννητο ἐκεῖνο παιδί τό συνέλαβε ἀπό ἕνα χαλκέα, ὀνόματι Εὐστάθιο.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Γ΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 21 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Λουκ.ιη’ 10-14
ΚΕΙΜΕΝΟ
10 ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. 11 ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· 12 νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. 13 καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. 14 λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
10 «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν. O ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος τελώνης. 11O Φαρισαίος στάθηκε και προσευχόταν γεμάτος αυτοπεποίθηση με τούτα τα λόγια για τον εαυτό του: Θεέ μου, σ’ευχαριστώ που δεν είμαι όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, που είναι: άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και σαν αυτόν εκεί τον τελώνη. 12Nηστεύω δύο φορές την εβδομάδα. Ξεχωρίζω για το ναό το ένα δέκατο απ’όλα τα εισοδήματά μου. 13O τελώνης όμως, αφού στάθηκε σε απόσταση, δεν ήθελε ούτε καν τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, παρά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: Θεέ μου, ελέησέ με τον αμαρτωλό. 14Σας λέω πως αυτός κατέβηκε στο σπίτι του συγχωρημένος κι όχι ο άλλος, γιατί ο καθένας που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, μα εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας ἔμπλεως σοφίας πέλων, ὁμοούσιον Πατρὶ τὸν Λόγον ἐν τῇ συνόδῳ τῇ πρώτῃ ἐκήρυξας, καὶ διωγμοῖς ὁμιλήσας καὶ θλίψεσιν δόξης ἀρρήτου μετέσχες, Εὐστάθιε. Πάτερ ὅσιε Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


