
ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ ΚΥΡΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ
Αὐτοί οἱ Ἅγιοι Κῦρος καί Ἰωάννης ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ, κατά τό 292. Καί ὁ Ἅγιος Κῦρος καταγόταν ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια. Ὁ Ἰωάννης ἀπό τήν Ἔδεσσα, τήν διάσημη πόλι τῆς Μεσοποταμίας, πού τώρα ὀνομάζεται Ὀουρφά. Ἐπειδή ὅμως τότε ἐπικρατοῦσε ὁ κατά τῶν Χριστιανῶν διωγμός, γιά τόν λόγο αὐτό ὁ ἅγιος Κῦρος πῆγε σέ ἕνα Μοναστήρι, τό ὁποῖο βρισκόταν στόν Ἀραβικό κόλπο καί, ἀφοῦ ἔγινε Μοναχός, κατοίκησε σἐ αὐτό. Καί σέ τόσο ὕψος ἀρετῆς ἔφθασε, ὥστε ἔκαμνε καί θαύματα καί θεράπευε κάθε νόσο, δηλαδή πολυχρόνια ἀσθένεια, καί κάθε μαλακία, δηλαδή ἀσθένεια ὀλιγόχρονη.
Ὁ Ἰωάννης πῆγε στά Ἱεροσόλυμα καί, ὅταν ἄκουσε τά θαύματα, πού ἔκαμνε ὁ Ἅγιος Κῦρος, πῆγε στήν Ἀλεξάνδρεια καί ἀπό ἐκεῖ ἀναχωρῶντας πῆγε στό μέρος ἐκεῖνο, πού ἦταν ὁ Ἅγιος Κῦρος, καί ἔτσι ἔμεινε μαζί μέ αὐτόν. Ἐπειδή ὅμως συνέβη νά συλληφθῆ ἀπό τούς Ἕλληνες μία γυναῖκα, Ἀθανασία ὀνομαζόμενη, μαζί μέ τίς τρεῖς θυγατέρες της Θεοδότη, Θεοκτίστη και Εὐδοξία, καί ἐπρόκειτο νά παρουσιασθούν στόν κριτή καί να βασανισθοῦν, γιά νά ἀρνηθοῦν τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ, ὅταν τό ἄκουσαν αὐτό ὁ Κῦρος καί ὁ Ἰωάννης, φοβήθηκαν, μήπως, σάν γυναῖκες πού ἦταν, δειλιάσουν στό μαρτύριο.
Ἔτσι πῆγαν καί τίς ἐνδυνάμωσαν μέ τά λόγια τους καί τίς παρακίνησαν στόν ἀγῶνα τοῦ μαρτυρίου. Ἀπό τήν αίτία ὅμως αὐτή συνελήφθηκαν καί αὐτοί ἀπό τούς εἰδωλολάτρες καί, ἀφοῦ ὡμολόγησαν τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό Θεό ἀληθινό, βασανίσθηκαν μέ πολλές τιμωρίες καί στό τέλος ἀποκεφαλίσθηκαν μαζί μέ τίς Ἁγίες τέσσερις γυναῖκες, πού ἀναφέρθηκαν. Τελεῖται ἡ Σύναξί τους στόν μαρτυρικό τους Ναό, πού βρίσκεται στήν περιοχή τοῦ Φωρακίου.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Γ΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 31 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
Λουκ.ιε’ 1-10
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 ΚΑΙ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν Ἱεριχώ· 2 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, 3 καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. 4 καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. 5 καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. 6 καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. 7 καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. 8 σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. 9 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. 10 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1Mπήκε κατόπιν στην Iεριχώ και περνούσε μέσα απ’αυτήν. 2Eκεί, λοιπόν, εμφανίστηκε κάποιος, που ονομαζόταν Zακχαίος – ο οποίος ήταν προϊστάμενος των τελωνών και ήταν πλούσιος – 3και προσπαθούσε να δει ποιος είναι ο Iησούς, αλλά δεν μπορούσε εξαιτίας του πλήθους, γιατί ήταν κοντός στο ανάστημα. 4Tους προσπέρασε τότε τρέχοντας μπροστά κι ανέβηκε σε μια συκομουριά για να τον δει, επειδή από εκείνο το δρόμο θα περνούσε ο Iησούς. 5Mόλις, λοιπόν, έφτασε ο Iησούς στο μέρος εκείνο, κοίταξε προς τα πάνω, τον είδε και του είπε: «Zακχαίε, βιάσου να κατέβεις, γιατί σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου». 6Bιαστικά, τότε, κατέβηκε και τον υποδέχτηκε με χαρά. 7Όλοι οι άλλοι, όμως, όταν το είδαν αυτό, γόγγυζαν λέγοντας πως σ’ενός αμαρτωλού το σπίτι μπήκε να μείνει. 8Σηκώθηκε όρθιος τότε ο Zακχαίος και είπε στον Kύριο: «Kύριε, να! Aπό τώρα τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα προσφέρω στους φτωχούς. Kι αν από κάποιον πήρα κάτι με τρόπο εκβιαστικό, του το επιστρέφω στο τετραπλάσιο». 9Tότε ο Iησούς του είπε: «Σήμερα συντελέστηκε σωτηρία στο σπίτι αυτό, καθότι γιος του Aβραάμ είναι κι αυτός. 10Γιατί ο Γιος του Aνθρώπου ήρθε ν’αναζητήσει και να σώσει το χαμένο».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς Ἀθλοφόροι εὐκλεεῖς τοῦ Σωτῆρος, καὶ ἰατῆρες τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων, Ἀνάργυροι ἐκλάμπετε ἐν πάσῃ τὴ γῆ, νόσων μὲν ἰώμενοι, ἀνωδύνως τὰ βάρη, χάριν δὲ πορίζαντες, τοὶς βοώαιν ἀπαύστως χαίρετε κρήναι θείων δωρεῶν, Κῦρε θεόφρον, καὶ Ἰωάννη ἔνδοξε.


