
Κυριακή ΣΤ’ Λουκά. Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση)
ΘΕΜΑ λειτουργικού κηρύγματος: “Ποια η σχέση μας με τον Χριστό; και ποια η θέση, ανδρών, γυναικών, παιδιών κ.λ.π. εντός της Εκκλησίας και γιατί; (Η απάντηση, συν Θεώ, στο αυριανό λειτουργικό κήρυγμα ή όταν αυτό αναρτηθεί στην ιστοσελίδα μας https://galilea.gr/λειτουργικα-θειος-λογος/ )
Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής ΣΤ’ Λουκά ΕΔΩ
ΒΙΟΣ ΟΣΙΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ
Αυτός, ο νεοφανής Όσιος Γεράσιμος, ήταν από την περίφημη Πελοπόννησο, δηλαδή τον τώρα λεγόμενο Μωριά, καταγόμενος από το χωριό των Τρικάλων. Οι γονείς του ονομάζονταν Δημήτριος και Καλή, που αποκαλούνταν Νοταράδες. Γεννημένος λοιπόν από αυτούς, δόθηκε στην μάθηση των ιερών γραμμάτων, τα οποία και έμαθε, όντας έξυπνος. Όταν όμως ενηλικιώθηκε, αναχώρησε από την πατρίδα του και πήγε στην Ζάκυνθο.Από εκεί πήγε στην Θεσσαλία. Έπειτα ανέβηκε στην Μαύρη Θάλασσα. Και από αυτά πήγε στο Άγιο Όρος του Άθω και σύναξε ως μέλισσα από τους εκεί ενασκούμενους Πατέρες τα κάλλιστα άνθη της αρετής. Από εκεί πάλι πήγε στα Ιεροσόλυμα, όπου και διαμένοντας χειροτονήθηκε από τον τότε Ιεροσολύμων Γερμανό υποδιάκονος, Διάκονος και Πρεσβύτερος. Και στον Άγιο Τάφο έγινε κανδηλάπτης για ένα χρόνο. Στον αναφερθέντα Πατριάρχη υπηρέτησε δώδεκα έτη. Πηγαίνοντας δε στον Ιορδάνη ποταμό, εκεί πέρασε νηστικός σαράντα ημέρες, κατά μίμησι του Κυρίου και πάλι επέστρεψε στο Πατριαρχείο. Έπειτα αναχώρησε από τα Ιεροσόλυμα, πήγε στο Σίναιο όρος και στην Αλεξάνδρεια και Αντιόχεια και Δαμασκό και όλη την Αίγυπτο. Έπειτα πήγε στην Κρήτη. Και από εκεί επέστρεψε πάλι στην Ζάκυνθο.
Εκεί πέρασε πέντε χρόνια μέσα σε ένα σπήλαιο, ζώντας την ασκητική ζωή, τρώγοντας μόνο κολοκύθι βρασμένο χωρίς αλάτι και όσπρια βρεγμένα στο νερό, χωρίς να τρώει καθόλου ψωμί. Από την Ζάκυνθο αναχωρώντας πήγε στην Κεφαληνία, και εκεί, βρίσκοντας ένα μέρος, Σπήλαιο λεγόμενο, πέρασε πέντε χρόνια και ένδεκα μήνες. Στην συνέχεια πήγε σε ένα μέρος που λέγεται Ομαλά. Και εκεί βρίσκοντας ένα Ναό μικρό και παλαιό, τον ανακαίνισε εκ βάθρων. Και, αφού έκτισε κελλιά, έκανε Μοναστήρι γυναικείο επονομάζοντάς το Νέα Ιερουσαλήμ, στο οποίο συγκεντρώθηκαν εικοσιπέντε μοναχές.
Ως προς τον χαρακτήρα του σώματος ήταν ο Άγιος αυτός όμοιος με τον Άγιο Θεοδόσιο τον Κοινοβιάρχη, εκτός μόνο από το γέννειο, το οποίο είχε αυτός λίγο ξανθό. Όταν λοιπόν ο Όσιος έφθασε σε βαθύτατο γήρας προγνώρισε τον θάνατό του και αφού συγκέντρωσε τις μοναχές, τις κατήχησε και τις δίδαξε. Έπειτα, αφού τις ευλόγησε, παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Θεού κατά το έτος 1579, Αύγουστου 15. Επειδή όμως την ημέρα αυτή εορτάζεται η Κοίμησις της Θεοτόκου, γι’αυτό η μνήμη του Οσίου μετατέθηκε στην παρούσα 20 του Οκτωβρίου, όταν έγινε και η ανακομιδή του αγίου λειψάνου του, το οποίο βρέθηκε σώο και ολόκληρο, διασώζοντας όλα τα σημάδια της αγιότητας, δηλαδή, τον κροκοβαφή χρωματισμό και την άρρητη ευωδία και τα παράδοξα θαύματα, που ενεργεί στους μετά πίστεως πλησιάζοντας αυτόν, από τα οποία ένα μόνο θα θυμηθούμε εδώ.
Μία γυναίκα, που βρισκόταν στο Μοναστήρι του Αγίου, με ενέργεια του Διαβόλου έπεσε μέσα στο πηγάδι κατά την διάρκεια της νύχτας. Αφού εμφανίσθηκε και την φώναξε με την συνηθισμένη του φωνή, την κράτησε και δεν την άφησε να πάθη κάτι ή να βυθιστεί στο νερό. Όταν άκουσαν οι Μοναχές την συνηθισμένη φωνή του Αγίου, σηκώθηκαν από την κλίνη και γύριζαν πότε στο ένα και πότε στο άλλο μέρος, επιθυμώντας να ακούσουν και για δεύτερη φορά την γλυκειά φωνή του διδασκάλου των. Αναζητώντας όμως και την γυναίκα και μή βρίσκοντας την τελευταία έσκυψαν και μέσα στο πηγάδι. Και ώ του θαύματος! την είδαν να είναι επάνω στο νερό, σαν να την κρατούσε κάποιος αόρατα. Όταν την έβγαλαν έξω έμαθαν από αυτήν, ότι ο Άγιος εμφανίσθηκε στο πηγάδι, την κρατούσε και δεν την άφηνε να βυθισθεί στο νερό. Έτσι, όταν είδαν και άκουσαν αυτό το παράδοξο θαύμα, δόξασαν τον Θεό και ευχαρίστησαν τον Άγιο.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Α΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ
KEIMENO
27 ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
27Kι όταν βγήκε στη στεριά, τον συνάντησε ένας άντρας από την πόλη, που κατεχόταν από δαιμόνια για αρκετά χρόνια και δε φορούσε ρούχα ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά στα μνήματα. 28Σαν είδε, λοιπόν, τον Iησού, κι αφού έβγαλε μια κραυγή, έπεσε μπροστά στα πόδια του και με δυνατή φωνή είπε: «Tι σχέση έχω εγώ μαζί σου, Iησού, Γιε του Θεού του Yψίστου; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις». (29Γιατί είχε προστάξει ο Iησούς το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο, τον οποίο είχε θέσει στην εξουσία του από πολλά χρόνια, και τον οποίο, παρόλο που προσπαθούσαν να τον περιορίσουν δένοντάς τον με αλυσίδες και περδούκλες, αυτός έσπαζε τα δεσμά του και παρασερνόταν από το δαιμόνιο στις ερημιές). 30Tον ρώτησε τότε ο Iησούς: «Ποιο είναι τ’όνομά σου;» Kι εκείνος απάντησε: «Λεγεών», γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. 31Kι εκείνα τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο.
32Στο μεταξύ, υπήρχε εκεί κι ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους, που έβοσκαν στο βουνό. Tον παρακαλούσαν, λοιπόν, τα δαιμόνια, να τα επιτρέψει να μπούνε στους χοίρους, κι εκείνος τους το επέτρεψε. 33Έτσι, βγήκαν τα δαιμόνια από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους. Όρμησε τότε το κοπάδι στον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. 34Kι όταν είδαν οι βοσκοί αυτό που συνέβη, έφυγαν και το αφηγήθηκαν στην πόλη και στη γύρω περιοχή. 35Bγήκαν τότε οι κάτοικοι να δουν αυτό που έγινε και ήρθαν κοντά στον Iησού, όπου βρήκαν τον άνθρωπο, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, να είναι ντυμένος και να φέρεται λογικά και να κάθεται κοντά στα πόδια του Iησού, και φοβήθηκαν. 36Tους αφηγήθηκαν ακόμα οι αυτόπτες μάρτυρες πώς σώθηκε ο δαιμονισμένος. 37Tότε όλο το πλήθος, που ήταν από την περιοχή των Γαδαρηνών, τον παρακάλεσε ν’απομακρυνθεί απ’αυτούς, γιατί τους είχε κυριεύσει μεγάλος φόβος. Kι εκείνος μπήκε στο πλοίο κι επέστρεψε πίσω. 38Mα ο άνθρωπος, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, τον ικέτευε να μείνει μαζί του. O Iησούς, όμως, τον έστειλε σπίτι του λέγοντας: 39 «Γύρνα στο σπίτι σου και να διηγείσαι τα όσα σου έκανε ο Θεός». Έφυγε τότε εκείνος διαλαλώντας σε όλη την πόλη αυτά που του έκανε ο Iησούς.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Αὐτόμελον.
Τῶν Ὀρθοδόξων προστάτην καὶ ἐν σώματι ἄγγελον, καὶ θαυματουργὸν θεοφόρον νεοφανέντα ἡμῖν, ἐπαινέσωμεν πιστοὶ θεῖον Γεράσιμον· ὅτι ἀξίως παρὰ Θεοῦ ἀπείληφεν, ἰαμάτων τὴν ἀέναον χάριν· ῥώννυσι τοὺς νοσοῦντας, δαιμονῶντας ἰᾶται· διὸ καὶ τοῖς τιμῶσιν αὐτόν, βρύει ἰάματα.


