Αρχικά πρέπει να τονισθεί πως κατά τους τέσσερεις πρώτους αιώνες του χριστιανισμού τα Χριστούγεννα γιορτάζονταν στις 6 Ιανουαρίου μαζί με την εορτή των Θεοφανείων ως ενιαία εορτή που ονομαζόταν Επιφάνεια. Επιπρόσθετα, το δένδρο στη χριστιανική θεολογία και λατρεία παραπέμπει στο δένδρο του Παραδείσου (της γνώσεως του καλού και του κακού) και είναι γνωστά τα ψηφιδωτά δένδρα στην παλαιοχριστιανική βασιλική του Αγ. Δημητρίου στη Νικόπολη της Ηπείρου και αλλού. Από τις Κατακόμβες ακόμα, ο Χριστός συμβολίζεται ως το «δένδρο της ζωής», ο φοίνικας γίνεται το σύμβολο της αθανασίας, η ελιά το σύμβολο της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης κλπ.
Από χειρόγραφο κείμενο του Βρετανικού Μουσείου (ADD 17265 του 13ου αιώνα) πληροφορούμαστε ότι το έτος 512 ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α΄ έκτισε ένα Ναό στο Tur Abdyn της βόρειας Συρίας και μαζί με άλλα αφιερώματα πρόσφερε «…δύο μεγάλα ορειχάλκινα δένδρα τα οποία ήταν στημένα στις δύο πλευρές της Ωραίας Πύλης του Ιερού Βήματος. Στα φύλλα των δένδρων υπήρχε θέση για φώτα που τρεμόσβυναν. Εκατόν ογδόντα λύχνοι για κάθε δένδρο και πενήντα αργυρές αλυσίδες από πάνω έως κάτω. Σ΄αυτές ήταν κρεμασμένα μικρά αντικείμενα από χρυσό, ασήμι ή χαλκό, όπως κόκκινα αυγά, κρατήρες, ζώα, πτηνά, σταυροί, στέφανα, κουδουνάκια, σκαλιστά τσαμπιά σταφύλια, δίσκοι…».
Η ανάμνηση του στολισμού της εποχής εκείνης επιβίωσε στα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα: «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψηλή μου δενδρολιβανιά…»
Μάλιστα σε πολλά μέρη της Ελλάδος έστηναν δύο δένδρα στο μέσο των Εκκλησιών στολισμένα με πορτοκάλια (όπως στο Λιτόχωρο της Πιερίας και στα Επτάνησα). Σε περιοχές της Μικράς Ασίας, όπως η Καππαδοκία, οι Έλληνες στόλιζαν μέσα στα σπίτια κατά το Δωδεκαήμερο κλαδιά κωνοφόρων ή άλλων δένδρων με ξηρούς καρπούς και αυτοσχέδια στολίδια.


