Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου – Περιτομή του Ιησού Χριστού & Αγίου Βασιλείου 1/1/2026
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου, δι’ οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φύσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας, τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Εἰς μνήμην της κατά σάρκα Περιτομὴν τοῦ Κυρὶου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Τήν κατά σάρκα Περιτομὴν τοῦ Κυρὶου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, την ὁποία καταδέχθηκε νά λάβη φιλάνθρωπα, σύμφωνα μέ τήν προσταγή τοῦ παλαιοῦ νόμου, ὥστε, ἀντί τῆς χειροποίητης καί σαρκικῆς περιτομῆς, να μᾶς εἰσαγάγη στην ἀχειροποίητη και πνευματική περιτομή, δηλαδή στό Ἅγιο Βάπτισμα, αὐτήν, λέω, τήν Περιτομή τοῦ Κυρίου, παραλάβαμε ἐμεῖς οἰ Χριστιανοί ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρες νά ἑορτάζουμε κάθε χρόνο, ὅπως, καί καθώς καί τήν ἑορτάζουμε, θεωρῶντας καί αὐτήν ὡς μία ἀπό τις Δεσποτικές ἑορτές γιά τόν Κύριο, πού μᾶς τίμησε μέ αὐτήν. Διότι, ὅπως ὁ Κύριος καταδέχθηκε γιά χάρι μάς τήν ἔνσαρκη Γέννησί τού καί ἔλαβε ὅλα τά ἄλλα γνωρίσματα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὅσα ἦταν ἐντελῶς ἀδιάβλητα καί ἀκατηγότητα, μέ τόν ἴδιο τρόπο δέν ντράπηκε ὁ Πανάγαθος νά δεχθῆ καί τήν περιτομή γιά δύο λόγους· Πρῶτον, διότι θέλησε νά κλείση τά στόματα τῶν αἱρετικῶν, πού τόλμησαν νά ποῦν, ὅτι δέν ἀνέλαβε ὁ Κλυριος σάρκα ἀληθινή, ἀλλά κατά φαντασία. Τέτοιος ἦταν ὁ θεομάχος Μάνης καί οἱ όπαδοί τού, οἱ Μανιχαῖοι. Διότι πῶς θα μποροῦσε να περιτμηθῆ, ἄν δέν δεχόταν σάρκα ἀληθινή; Καί, δεύτερον, γιά νά κλείση τά στόματα τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦν τόν Κύριο πώς δέν φυλάγει τό Σάββατο καί ὅτι παραβαίνει τόν νόμο, συκοφαντῶντας αὐτόν λέγοντας ψέμματα. Διότι αὐτός φύλαγε τόν νόμιο μέχρι καί σ’αὐτήν τήν περιτομή.
Γι’ αὐτό λοιπόν ὕστερα ἀπό ὀκτώ ἡμέρες ἀπό την Γέννησί του ἀπό τήν Παρθένο, εὐδόκησε ὁ Κύριος νά μεταφερθῆ ἀπό την Μητέρα του και ἀπό τον Ἰωσήφ στον καθωρισμένο ἐκεῖνον τόπο, ὅπου ἦταν συνήθεια να περιτέμνωνται τά βρέφη και ἐκεῖ περιτμήθηκε και ἔλαβε το γλυκύτατο ὄνομα Ἰησοῦς,το ὁποῖο κάλεσε ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ὅταν εὐηγγέλισε την Θεοτόκο, πρό τοῦ να συλληφθῆ ὁ Κύριος στην κοιλία τῆς Παρθένου, ὄπως γράφει ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς.
Μετά την περιτομή ἦταν μαζί με τους γονεῖς του ὁ Κύριος και ζοῦσε ἀνθρώπινα, προκόπτοντας και αὐξάνοντας τόσο κατά την ἡλικία τοῦ σώματας, ὅσο και ὡς προς την σοφία και χάρι για την δική μας σωτηρία. Διότι ὁ «Ἰησοῦς» λέει, « πρέκοπτε σοφίᾳ και ἡλικίᾳ και χάριτι παρά Θεῶ και ἀνθώποις» (Λουν. β’, 52).
Τῆ αὐτῆ ἡμέρα μνήμη τού ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Βασιλείου Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας τοῦ Μεγάλου.
Αὐτός ὁ μέγας ἀνάμεσα στούς Ἁγίους Πατέρες μας Βασίλειος ἔζησε στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Οὐάλεντα, κατά τό ἔτος 364, πρός τόν ὁποῖο Οὐάλεντα μίλησε μέ θάρρος γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστι· τόν ἔλεγξε, ἐπειδή ἔπεσε καί στήν κακοδοξία τῶν Ἀρειανῶν καί μέ ἄγριο καί θηριώδη τρόπο κακοποιοῦσε καί πολεμοῦσε τίς Ἐκκλησίες τῶν Ὀρθοδόξων. Αὐτός λοιπόν ἀπό τήν καταγωγή τοῦ πατέρα του ἦταν Μαυροθαλασσίτης , ἐνῶ ἀπό τήν μητέρα ἦταν Καππαδόκης, δηλάδη καταγόταν ἀπό τήν λεγόμενη Καραμανία. Καί ὅσον ἀφορᾶ τούς λόγιους καί τήν μορφωσί του εἶχε γίνει ἀνώτερος ὄχι μόνον ἀπό τούς λόγιους τῆς ἐποχῆς του, ἀλλά ἀκόμη καί ἀπό τούς παλαιούς φιλοσόφους. Διότι ἀφοῦ πέρασε κάθε εἶδος ἐπιστήμης, σέ κάθε μία ἀπό αὐτές ἀπέκτησε τό κράτος κάι τήν νίκη. Καί ὄχι μόνο αὐτά, ἀλλά ἄσκησε καί ἔμπρακτη φιλοσοφία. Καί μέσα ἀπό τήν πρᾶξι ἄμέβηκε καί στήν θεωρία τῶν ὄντων. Μετά ἀπό αὐτά ἀνέβηκε καί στόν θρόνο τῆς Ἀρχιερωσύνης.
Ὅταν λοιπόν ἔγινε Ἀρχιερέας, πολλούς ἀγῶνες ἔκανε ὁ μακάριος γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστι. Διότι μέ τήν σταθερότητα καί γενναιότητα τοῦ φρονήματός του κατέπληξε τόν ἔπαρχο Μόδεστο. Μέ τούς Ὀρθοδόξους πάλι λόγους, πού συνέγραψε, κατακεραύνωσε τῶν κακοδόξων τά φρονήματα. Καί ἐπί πλέον ρύθμισε τήν κατάστασι τῶν ἠθῶν. Δίδαξε τήν ἀσκητική φιλοσοφία· δίδαξε, ξεκαθάρισε τήν γνῶση τῶν ὄντων. Καί \γιά νά μιλήσω σύντομα, αὐτός ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ ὡδήγησε στήν σωτηρία τήν λογική ποίμνη τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό κάθε ἀρετή, μετέβη πρός τόν Κύριο.
Ἦταν λοιπόν ὁ Μέγας Βασίλειος ὡς πρός τόν χαρακτῆρα τοῦ σώματος πολύ μακρύς. Ξηρός καί ὀλιγόσαρκος, μελαχροινός στό πρόσωπο, ὅσον ἀφορᾶ τό χρῶμα, ἀλλά ἀνάμικτο καί μέ κιτρινάδα. Ἦταν μακρομύτης. Εἶχε τά φρύδια στρογγυλά, ἐνῶ τό δέρμα, πού εἶναι πάνω ἀπό τά φρύδια, τό εἶχε συμμαζωμένο. Φαινόταν ὅμοιος μέ ἕναν πού εἶναι σκεπτικός καί προσέχει στόν ἑαυτό του. Τό πρόσωπό του ἦταν ζαρωμένο μέ λίγες χαραγματιές. Τά μάγουλα τά εἶχε μακρά. Τούς μήνιγγες δασεῖς ἀπό τρίχες πού ἦταν γυρισμένες μέ κυκλική μορφή. Ἐξωτερικά φαινόταν, ὅτι εἶχε κάπως κομμένες τρίχες. Τό γένειο τό εἶχε μακρύ ἀρκετά καί οἱ τρίχες ἦταν ανακατεμένες, δηλαδή μαῦρες μαζί μέ ἄσπρες. Τελεῖται ἡ Σύναξί του στήν Ἁγιώτατη Μεγάλη Ἐκκλησία.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Τόμος Γ, Έκδοσις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη ἉΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Α”, Νέα Σκήτη Αγιον Όρος.



