
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΜΥΡΩΝΟΣ
Κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ διωγμοῦ τοῦ Δεκίου (περὶ τὸ 250), ὁ διοικητὴς τῆς Ἀχαΐας Ἀντίπατρος εἰσέβαλε μία ἡμέρα στὴν ἐκκλησία ὅπου οἱ χριστιανοὶ ἑόρταζαν τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, μὲ σκοπὸ νὰ συλλάβει τοὺς πλέον ἐπιφανεῖς καὶ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσει μὲ βασανιστήρια νὰ θυσιάσουν στοὺς θεοὺς τῆς Αὐτοκρατορίας. Ὁ Μύρων, ἱερέας ἀγαπητὸς σὲ ὅλους γιὰ τὴν πραότητα καὶ εὐγένειά του, ποὺ ὑπῆρξε ἄλλοτε φίλος τοῦ Ἀντίπατρου, ἔσπευσε στὸν ἄρχοντα καὶ τὸν ἐπιτίμησε ἔντονα. Ἔπειτα στράφηκε πρὸς τοὺς πιστοὺς καὶ τοὺς παρότρυνε νὰ παραμείνουν σταθεροὶ πάνω στὴν πέτρα τῆς πίστεως, ἔχοντας ἐμπιστοσύνη ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ τοὺς χορηγοῦσε ὄχι μόνο τὸ θάρρος νὰ ἀντισταθοῦν στοὺς τυράννους, ἀλλὰ στὴν πρόσβαση στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἔξαλλος ὁ Ἀντίπατρος ἔφυγε δίνοντας ἐντολὴ νὰ συλληφθεῖ ὁ ἅγιος καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν κατόπιν ἐνώπιόν του στὸν φόρο ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸν ναὸ τοῦ Διονύσου (Βάκχου). Καθὼς ὁ ἄρχοντας τὸν πίεσε νὰ θυσιάσει στὸν θεὸ ἐκεῖνο, ὁ Μύρων τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἕναν μόνο ἄρχοντα ἀναγνώριζε, τὸν Παντοδύναμο Θεὸ ποὺ ἔχει τὸν θρόνο του στοὺς οὐρανούς. Τὸν κρέμασαν στὸ ξύλο γιὰ νὰ τὸν γδάρουν ζωντανό, ἀλλὰ ὁ ἅγιος ξεπερνώντας τοὺς πόνους ἔψαλλε καὶ ἐπαναλάμβανε: «Εἶμαι χριστιανός, δὲν θὰ θυσιάσω!» Ὁ διοικητὴς πρόσταξε ἐν συνεχεία νὰ τὸν ρίξουν σὲ ἀναμμένο καμίνι, οἱ φλόγες τοῦ ὁποίου ἔφθαναν σὲ ὕψος πενήντα πηχῶν. Ὑπὸ τὴν σκέπη τῆς θείας χάριτος, ὁ ἀνδρεῖος μάρτυρας παρέμενε ἄκαυτος καὶ ἀναφώνησε: Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος καὶ ἐξήγαγες ἡμᾶς εἰς ἀναψυχὴν (Ψαλμ. 65,12). Μὲ τὴν προσευχὴ του, οἱ φλόγες ἁπλώθηκαν πρὸς τὰ ἔξω καὶ κατέκαυσαν ἑκατὸν πενήντα εἰδωλολάτρες ποὺ ἔστεκαν ἐκεῖ. Ὁ διοικητὴς ἔφυγε φωνάζοντας στοὺς φύλακες νὰ ὁδηγήσουν τὸν ἅγιο πίσω στὴν φυλακή.
Τὸ βράδυ, ἀφοῦ διαβουλεύθηκε μὲ συμβούλους του, ὁ Ἀντίπατρος πρόσταξε νὰ ὁδηγήσουν τὸν μάρτυρα στὴν ἀγορά. Στὴν ἀρχὴ δὲν τὸν ἀναγνώρισε, τόσο πολὺ ἔλαμπε ἡ λάμψη του, ἀλλὰ ὁ Μύρων τὸν διαβεβαίωσε ὅτι ἦταν ἐκεῖνος καὶ ὁ Ἀντίπατρος τὸν καταδίκασε νὰ τεμαχισθεῖ τὸ δέρμα του σὲ λωρίδες. Ἐνῶ οἱ δήμιοι κατατεμάχιζαν τὴν σάρκα του, ἀπὸ τοὺς ὤμους ἕως τὰ πόδια, ὁ γενναῖος μάρτυρας ἔψαλλε: Ὑπομένων ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοι… (Ψαλμ. 39,1). Κατόπιν, παίρνοντας στὸ χέρι ἕνα κομμάτι σπαραγμένη καὶ ματωμένη σάρκα, τὴν πέταξε στὸ πρόσωπό τοῦ τυράννου καὶ εἶπε: «Ἀσεβῆ, χαίρεσαι τὸ θέαμα. Νὰ ξέρεις ὅμως ὅτι εὔκολα ὑπομένω τὰ βασανιστήρια αὐτὰ χάρις στὴν ἐλπίδα ποὺ τρέφω μέσα μου. Ὅσο γιὰ σένα, τὸ μόνο ποὺ θὰ ἀποκομίσεις θὰ εἶναι ἡ αἰώνια κόλαση». Οἱ δήμιοι βάλθηκαν νὰ διπλασιάσουν τὰ μαρτύρια, ἀλλὰ ὁ ἅγιος παρέμενε ἀκλόνητος μὲ τὸ βλέμμα ὑψωμένο στὸν οὐρανό. Σὲ ἀπάντηση τῆς προσευχῆς του, μία φωνὴ ἀκούστηκε ἀπὸ ὅλους τοὺς παρόντες, λέγοντας: «Ὁ ἀγώνας σου σύντομα ὁλοκληρώνεται. Ἕνας θρόνος ἔχει ἑτοιμασθεῖ γιὰ σένα στοὺς οὐρανούς».
Ὁ Μύρων ὁδηγήθηκε πίσω στὴν φυλακὴ καὶ κατόπιν τὸν ἔριξαν στὰ θηρία στὸ ἀμφιθέατρο. Μὲ ὅπλο τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, στάθηκε μπροστὰ τους κι ἐκεῖνα δὲν τόλμησαν νὰ τὸν πλησιάσουν καὶ τὸν σεβάστηκαν, σὰν τὸν Ἀδὰμ πρὶν τὴν πτώση. Ὅταν ἐξαπέλυσαν ἐναντίον του μιὰ ἀνήμερη λέαινα, ἐκείνη ἦλθε νὰ ξαπλώσει στὰ πόδια του καὶ μὲ τὰ νύχια της ἔλυσε τὰ δεσμὰ του. Ἔπειτα πῆρε ἀνθρώπινη λαλιὰ γιὰ νὰ ἀναγγείλει στὸν ἄρχοντα τὸ ἐπικείμενο τέλος του, ἐνῶ ὁ λαὸς κραύγαζε μὲ θαυμασμό. Ὁ Ἀντίπατρος πανικοβλημένος μπροστὰ σὲ τόσα σημεῖα καὶ τέρατα ἔδωσε τέλος στὴ ζωὴ του μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια. Ὁ ἅγιος Μύρων μεταφέρθηκε κατόπιν στὴν Κύζικο, ὅπου ἀφοῦ ἐπέδειξε στὸν διοικητὴ τὴν ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη ποὺ εἶχε στὸν Θεό, ἀποκεφαλίσθηκε.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 12ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 17 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Ματθ. ιζ΄ 14-23
ΚΕΙΜΕΝΟ
14 Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 15 Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. 16 καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. 18 καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. 19 Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ’ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; 20 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. 21 τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 22 Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων 23 καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
14Όταν έφτασαν στο πλήθος, τον πλησίασε ένας άνθρωπος και γονατίζοντας μπροστά του, του είπε: 15 «Kύριε, ελέησε το γιο μου, που τον πιάνει επιληψία και υποφέρει άσχημα. Γιατί πολλές φορές πέφτει στη φωτιά και πολλές φορές στο νερό. 16Kαι τον έφερα στους μαθητές σου αλλά δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν». 17Aποκρίθηκε τότε ο Iησούς και είπε: «Γενιά άπιστη και διεστραμμένη! Ως πότε θα είμαι μαζί σας; Ως πότε θα σας ανέχομαι; Φέρτε μου τον εδώ». 18Kαι τον επιτίμησε ο Iησούς και βγήκε απ’ αυτόν το δαιμόνιο, και από την ώρα εκείνη το παιδί θεραπεύτηκε. 19Ύστερα απ’ αυτό, οι μαθητές πλησίασαν τον Iησού ιδιαιτέρως και τον ρώτησαν: «Eμείς γιατί δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε;» 20Kι ο Iησούς τους απάντησε: «Eξαιτίας της απιστίας σας. Γιατί πραγματικά, σας λέω, αν έχετε πίστη ίσα μ’ έναν κόκκο σιναπιού, θα πείτε στο βουνό αυτό: Πήγαινε απ’ εδώ εκεί, και θα πάει. Kαι τίποτε δε θα είναι αδύνατο για σας. 21Kαι το γένος αυτό δε βγαίνει, παρά με προσευχή και νηστεία». 22Kι ενώ βρίσκονταν στη Γαλιλαία, τους είπε ο Iησούς: «O Γιος του Aνθρώπου πρόκειται να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων 23και θα τον θανατώσουν, μα την τρίτη μέρα θ’ αναστηθεί». Kαι λυπήθηκαν πάρα πολύ.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖον ἀλάβαστρον, τῶν ἱερῶν ἀρετῶν, πιστῶς Ἱεράτευσας, τὴ Ἐκκλησία Χριστοῦ, καὶ χαίρων ἐνήθλησας, ὅθεν τὴ εὐωδία, τῶν ἐν σοῖ χαρισμάτων, Μύρων Ἱερομάρτυς, τῶν παθῶν τὸ δυσῶδες, ἀπέλασαν ἀνενδότως, ἐκ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.


