ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ 11-1-26
Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

2026 11 Ιαν. Βία και Ελευθερία, ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ (Ματθ.δ΄12-17), π.Νικηφόρος Κοντογιάννης

ΚΥΡΙΑΚΗ
“ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ”


Θέμα 
Λειτουργικού Κηρύγματος: “Βία και Ελευθερία”

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ”
Ματθ. δ΄ 12-17

ΚΕΙΜΕΝΟ

 12 Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν.  13 καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ, 14 ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· 15 γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, 16 ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.  17 Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

   12Στο μεταξύ, άκουσε ο Iησούς πως συνέλαβαν τον Iωάννη κι αναχώρησε στη Γαλιλαία. 13 Άφησε όμως τη Nαζαρέτ και ήρθε και εγκαταστάθηκε στην παράκτια Kαπερναούμ, στην περιοχή του Zαβουλών και του Nεφθαλείμ, 14έτσι που να βρει την εκπλήρωσή της η προφητεία του προφήτη Hσαΐα, που λέει: 15 Στην πατρίδα του Zαβουλών και στην πατρίδα του Nεφθαλείμ, πάνω στον παράκτιο δρόμο, πέρα από τον Iορδάνη, στη Γαλιλαία που κατοικείται από εθνικούς, 16ο λαός που παρέμενε στο σκοτάδι είδε φως λαμπρό, και για κείνους που παρέμεναν σε τόπο και σκιά θανάτου, φως ανέτειλε γι’ αυτούς. 17Aπό τότε άρχισε ο Iησούς να κηρύττει και να λέει: «Mετανοείτε, γιατί έχει φτάσει η βασιλεία των ουρανών».

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ , Ματθ. δ΄ 12-17

Βία και Ελευθερία.

Όταν άκουσε ο Κύριος ότι ο Ιωάννης παραδόθηκε, παρεδόθη, έφυγε. Αφήνει την Καπερναούμ και πάει στην Γαλιλαία, που ήταν ειδωλολάτρες, εθνικοί. Γιατί έφυγε; Φοβήθηκε; Όχι.

Από τη μία πλευρά, ο Ηρώδης συλλαμβάνει και φονεύει τον Ιωάννη. Ποιον; «Αυτόν ο οποίος δε γεννήθηκε, λέει, μεγαλύτερος άνδρας απ’ αυτόν, δε γεννήθηκε στον κόσμο αυτόν». Ποτέ. Αυτόν, λοιπόν, που οδηγούσε τους ανθρώπους στη μετάνοια, ο ασκητής, ο ερημίτης, συλλαμβάνεται, γιατί δε συνέφερε στην άρχουσα τάξη, στον Ηρώδη κλπ.

Τι ασκεί; Βία. «Θέλεις, δε θέλεις, θα σε συλλάβω, θα σου κλείσω το στόμα». Βία.

Και ο Ιησούς Χριστός θα μπορούσε, ωραιότατα, να πάει να τον επιπλήξει και να τον τιμωρήσει με την δυνατότητα που είχε, αλλά δεν το κάνει, δε δεσμεύει. Αλλά τι;

Ενεργεί πάντοτε με Ελευθερία. Μας οδηγεί πάντοτε στη σωτηρία και στη μετάνοια με Ελευθερία. Δε δεσμεύει ποτέ κανέναν μας, δεν καταστρέφει ποτέ κανέναν μας.

Η βία έχει παραλογισμό, δεν έχει λογική, έχει κακία, έχει μίσος, έχει εμπάθεια. Όταν συνέλθει κανείς από τη βία, τότε κάθεται και σκέφτεται τι έκανε, αλλά είναι μετά αργά.

Ενώ η Ελευθερία σου δίνει όλη την δυνατότητα να αξιοποιήσεις τα δώρα που σου έδωσε ο Θεός και να δουλέψεις άνετα και ωραία, ώστε να τα παρουσιάσεις ενώπιον του Θεού.

Η Ελευθερία δεν είναι να κάνουμε το καλό ή το κακό, όχι. Το κακό που κάνουμε είναι εκτροπή της ελευθερίας. Το φως δεν υπάρχει για να επιλέξουμε ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι. Το σκοτάδι δεν έχει υπόσταση, το φως έχει υπόσταση. Έτσι, λοιπόν, και ο Κύριος μας δίδει Ελευθερία για να δουλέψουμε όσο μπορεί ο καθένας τις δυνατότητές του και τα χαρίσματά του.

Και η Ελευθερία σου δίνει τη δυνατότητα να είσαι ευθύς, έντιμος και ειλικρινής.

Η Ελευθερία δε σου δίδει την άνεση να αρχίσεις να δικαιολογείσαι. Αφού σου δίνω άνεση να μιλήσεις, γιατί δικαιολογείσαι; Και αυτό που συμβαίνει; Στην αμαρτία μας. Όταν πάμε να μετανοήσουμε, ενώ μας δίδει όλη την ελευθερία ο καλός Θεός να πούμε ό,τι έχουμε να πούμε και να συγχωρεθούμε, αρχίζουμε τις δικαιολογίες. Η δικαιολογία βγαίνει από ψυχές ανθρώπων που ασκούν βία στον εαυτό τους και στους άλλους. Δεν είναι ελεύθεροι, να εκφράσουμε, αυτό που έχουμε, όμορφα, όπως το έχουμε. Γι’ αυτό και αυτή η κίνηση, η ανελεύθερη κίνηση, δημιουργεί φόβους. Φόβους; «Θα με τιμωρήσει; Ιι! Πω πω! θα με στείλει κόλαση! Πω πω! Δεν αντέχω τις φωτιές. Τι θα γίνει; Θεέ μου, μη με στείλεις στην κόλαση». Όποιος είναι ανελεύθερος δεν είναι ούτε έξυπνος, ούτε συνετός, ούτε σοφός. Και δεν το λέω εγώ, όπως πάντα, δε λέω εγώ δικά μου.

Δείτε ο προφήτης Δαυίδ, ο βασιλεύς, αυτός ο μεγάλος (Β΄Βας.κεφ.ΙΑ-ΙΒ), ο οποίος έλαβε τόσα χαρίσματα, τόσα χαρίσματα από τον καλό Θεό. Πρότυπο, προτυπώνει τον Ιησού Χριστό ως βασιλεύς. Δαυίδ! Μικρό πράγμα; Κι όμως, έκανε μια πολυυύ πολύ μεγάλη αμαρτία, διπλή αμαρτία.

Κάποια μέρα βγήκε στην ταράτσα και βλέπει τη γυναίκα του Ουρία, ενός αξιωματικού του, να κάνει τον μπάνιο της έξω και την επεθύμησε. Ο άντρας της ήταν στον πόλεμο και αμάρτησε μαζί της. Αμάρτησε. Και επειδή αυτή συνέλαβε, καλεί τον Ουρία από το στράτευμα έξω και του λέει:

Έλα εδώ, πήγαινε το βράδυ να φιλοξενηθείς, να ξεκουραστείς, να αναπαυθείς. Και την άλλη μέρα ξαναβλέπουμε.

Με την έννοια ότι θα πήγαινε στη γυναίκα του, που είχε τόσες μέρες να τη δει, και θα είχαν σχέση μεταξύ τους. Αυτός, όμως, ήταν τίμιος ο ευλογημένος. Τίμιος.

Δεν είναι δυνατόν εγώ να πάω να κοιμηθώ και να απολαμβάνω την τρυφή της γυναίκας μου. Και οι άλλοι έξω, η Κιβωτός να είναι έξω στη μάχη. Και οι στρατιώτες μου να μάχονται.

Και χωρίς να το ξέρει ο Δαβίδ, δεν πήγε στο σπίτι του να ξεκουραστεί και να αναπαυθεί. Κάθισε έξω από την πόρτα του παλατιού, εκεί έξω, για να σκληραγωγηθεί κι αυτός, όπως και οι άλλοι στρατιώτες του. Και όταν ξύπνησε το πρωί ο Δαβίδ, τον βλέπει απ’ έξω,

Τι κάνεις εδώ, δεν πήγες στο σπίτι σου;

Όχι, λέει, δεν μπορώ να πάω. Οι άλλοι μάχονται και εγώ θα περνάω καλά εδώ; Όχι, λέει.

Καλά, του λέει ο Δαβίδ και σχεδιάζει δεύτερη αμαρτία. Καλά, λέει, πήγαινε να… κάτσε να φάμε και πήγαινε στο στράτευμα πάλι.

Και τι κάνει; Δίνει εντολή στον στρατηγό και του λέει:

Κοίταξε, στη μάχη θα τον σπρώξετε, θα τον προκαλέσετε να πάει μπροστά κι εσείς θα υποχωρήσετε να τον βρουν μόνο του οι εχθροί και να τον φονεύσουν.

Έτσι κι έγινε. Μοιχεία και φόνος. Και νόμισε ότι, σα βασιλιάς:

Βασιλιάς είμαι, κάνω ό,τι θέλω.

Να όμως που καταφθάνει ο Νάθαν ο Προφήτης και του λέει:

Βασιλιά, κάποιος πλούσιος είχε πολλά πρόβατα κι ένας φτωχός είχε μόνο μία προβατίνα, την αγαπούσε, και, και, και τα λοιπά. Κι αυτός ο πλούσιος πήγε και του την πήρε την προβατίνα κι έμεινε ο φτωχός χωρίς προβατίνα.

Πω πω, λέει. Έγκλημα! Θα τον φονεύσουμε. Ποιος είναι αυτός;

Εσύ, του λέει, είσαι. Εσύ είσαι, του λέει.

Πω πω!

Ευθύς ο Δαβίδ. Δεν έφερε δικαιολογίες. Δεν είπε:

Μα, ξέρεις, με προκάλεσε, έκανε, τούτο, εκείνο.

Τίποτα. Έπεσε κάτω και προσευχήθηκε και λέει:

Ναι, μετανοώ για ό,τι έκανα.

Και λέει αυτόν τον περίφημο ψαλμό, τον πεντηκοστό ψαλμό, που έχει μέσα τόση ομορφιά, το: «Ελέησον με ο Θεός», που λέμε όλοι μας. Τόση εξυπνάδα, τόση σοφία, τόση ταπείνωση. Ξέρετε που είναι η εξυπνάδα του; Δεν είπε: «Πω πω! Τώρα ο Θεός θα με τιμωρήσει». Γιατί όντως, είπε ο Θεός: «Θα τον τιμωρήσω, θα, θα, θα». Είπε πολλά. «Αλλά επειδή είναι ταπεινός και ευθύς, δε θα τον φονεύσω, δε θα τον οδηγήσω στον θάνατο».

Τι έκανε ο Δαβίδ; Δεν είπε:

Πω πω! Τι θα πάθω; Θα με τιμωρήσει ο Θεός, θα, χίλια δυο. θα πάω κόλαση εκεί στον διάβολο, που δεν αντέχω, δεν μπορώ.

Που λένε πολλοί από εμάς. Πήγε και καθώς έλεγε την προσευχή ενώπιον του Θεού, λέει σε κάποιο σημείο, αυτό το πολύ, πολύ ωραίο: «Σοι μόνο ήμαρτον (σε σένα μόνο αμάρτησα) και το πονηρόν ενώπιον Σου εποίησα (Ό,τι έκανα, το έκανα μπροστά στα μάτια σου). Όπως αν δικαιωθείς εν τοις λόγοις σου και νικήσεις εν το κρινεσθαι Σε».

Και εδώ αναρωτιέται κανείς και λέει: «Ο Δαβίδ αμαρτάνει, ο Θεός θα δικαιωθεί;» Θα δικαιωθείς με τα λόγια σου; Εγώ να δικαιωθώ με τα λόγια της ταπεινώσεώς μου. Όχι. Είναι πανέξυπνος, μην το πω παμπόνηρος, πανέξυπνος. Τι λέει: «Όπως αν δικαιωθείς εν της λόγοις Σου».  Δηλαδή η αγάπη που έχεις και το έλεος που έχεις, δεν είναι μόνο σε αυτά που λες, αλλά «και εν της λόγοις των όντων». Μέσα σε όλη την Δημιουργία δηλαδή, υπάρχει κατατεθειμένη η αγάπη Σου και το έλεός Σου. Όπου και να πάει κανείς, αυτό το έλεος και αυτή η αγάπη του Θεού μας κυνηγάει παντού και μας στηρίζει και μας ενισχύει. Αυτή η αγάπη του Θεού. «Τι να πω εγώ, λέει. Αμάρτησα». Γι’ αυτό και σε άλλον ψαλμό, 138, λέει: «Πού πορευθώ από του προσώπου Σου και από του Πνεύματός Σου. Πού φύγω; Αν καταβώ εις τον άδην, αν αναβώ εις τον ουρανόν, παντού είσαι παρών». Αλλά δεν είναι μια παρουσία του Θεού. Είναι μια παρουσία της αγάπης του Θεού, που δεν το χωνεύουμε.

Και μέσα στον πόνο μας και μέσα στην κακοπάθειά μας παρών είναι ο Θεός. Βλέπει, περιμένει, ενισχύει, βοηθάει. Όχι να με βγάλει από το καμίνι. Είμαι χρυσός, είμαι χρυσός, είμαστε χρυσός. Μέσα στο καμίνι θα μπούμε για να καθαρίσουμε. Όπως βάζουμε τον χρυσό στο καμίνι και το καθαρίζουμε τον χρυσό και λάμπει περισσότερο από πριν. Αυτό θέλει ο Κύριος. Να μας αφήσει μέσα στο καμίνι των πειρασμών για να παλέψουμε. «Και δε θα αφήσει, λέει, να πειρασθούμε περισσότερο από όσο μπορούμε». Μπορούμε. Ξέρει τι αφήνει. Ώστε να γίνουμε καθαροί.

Είναι ή δεν είναι ανόητο να λέμε: «Πω πω! Θα πάω στην κόλαση». Γιατί είναι ανόητο; Ξέρετε ποιος μου το δίδαξε, γιατί είναι ανόητο αυτό; Είχα στο μοναστήρι, στο Στόμιο που ήμουνα, μία από τις ευθύνες που είχα και τα διακονήματα, τα πολλά τα εξωτερικά είχα, είχα και τη φροντίδα των ζώων. Κάποιοι άνθρωποι ερχόντανε και αφήνανε κανένα σκυλάκι εκεί έξω. Λέει: «Δεν το θέλω, ας το αφήσουμε εκεί να το περιποιηθούν». Έφεραν μία φορά ένα ωραίο κόλεϊ, το λέγαμε “Λάσι“, το γνωστό κόλεϊ,  το οποίο όμως δε με ήξερε, ήταν μεγάλης ηλικίας.  Δε με ήξερε, δεν το ήξερα, λέω τι κάνει, δαγκώνει, δε δαγκώνει; Ερχόταν όμως πάντα από κοντά μου. Κάποια στιγμή χιόνισε και όπως ήταν και τα άλλα ζώα έξω, θεώρησα καλό να παίξω μαζί του με το χιόνι. Και εκείνη την ώρα με δαγκώνει από εδώ. «Όπα, λέω, τι έκανες;» Το βουτάω από το σβέρκο, το βγάζω έξω από το στάβλο, κλείνω και την πόρτα, μπαίνω μέσα και κάνω τη δουλειά μου. Δεν είχε ανάγκη από το κρύο, καμία ανάγκη. Έφυγα, έρχομαι το μεσημέρι και απ’ έξω από την πόρτα του στάβλου έκλαιγε και γρατζουνούσε την πόρτα. Γιατί; Γιατί κρύωνε; Όχι. Γιατί δεν μπορούσε να στερηθεί την αγάπη μου. Σου λέει: «Πού μ’ άφησες εδώ απ’ έξω; Εγώ εσένα θέλω, εσένα αγαπώ, μαζί με εσένα θέλω να είμαι». Μου το δίδαξε ένα σκυλί.

Εμείς, γιατί όταν αμαρτάνουμε ζούμε με τον φόβο της κολάσεως και όχι με τον φόβο, μη χάσουμε αυτόν που αγαπάμε; Γιατί; Γιατί δεν τον αγαπήσαμε. Γιατί δεν τον καταλάβαμε. Γιατί δεν τον νιώσαμε στη ζωή μας. Τον νιώθουμε καταπιεστή. «Μ’ άφησε να αρρωστήσω, μ’ άφησε να πονέσω, μ’ άφησε τούτο, εκείνο», και είμαστε όλο γκρίνια και παράπονο. Σε ποιον;

Σ’ Αυτόν που έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε για μένα; Ποιος σταυρώθηκε για μας; Εγώ για εσάς δεν σταυρώθηκα, για να σας σώσω. Κι αν σταυρωθώ, δε θα μπορέσω να σας σώσω. Ποιος σταυρώθηκε για μας; Και είναι ακόμη σταυρωμένος και υποφέρει και υπομένει τις αμαρτίες μας, από αγάπη για μας. Κι εμείς Τον θεωρούμε τιμωρό, Τον θεωρούμε κακό, Τον θεωρούμε σκληρό. Εμείς είμαστε τέτοιοι, εμείς είμαστε τέτοιοι και το αντανακλάμε στην αγάπη του Θεού.

Αγαπητοί μου, ό,τι και να αμαρτήσουμε, ό,τι και να κάνουμε στην εξομολόγηση με δυο λογάκια, η πολυλογία είναι βία. Εκβιάζω τον πνευματικό να με δικαιολογήσει. Όχι, η πολυλογία είναι βία. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε. Μαθηματικά. Καμία δικαιολογία, καμία δικαιολογία.

Λένε πολλοί άνθρωποι:

Έβαλα φωνές.

Γιατί, βρε άνθρωπε, έβαλες φωνές;

Α, μπήκα στο σπίτι και η γυναίκα μου άρχισε να γκρινιάζει.

Αυτό έλειπε, λέω, να γκρινιάζεις όταν οι άλλοι δε σου λένε τίποτα.

Μα η αρετή τότε είναι: να μη γκρινιάζεις όταν οι άλλοι σε γκρινιάζουν. κ.ο.κ.

Άρα λοιπόν, αγαπητοί μου, κρατήστε το αυτό. Την αγάπη του Θεού να μη χάσουμε. Άστε την κόλαση. Είναι για εκείνους που είναι παραβάτες. Άστε την κόλαση. Για εμάς που αγαπάμε τον Θεό, είναι η αγάπη του Θεού και η παρουσία Του. Αν τα χάσουμε αυτά, χάσαμε τα πάντα.

  • Απομαγνητοφώνηση: Θεόδωρος Σύρ. & Χρυσούλα Χαρ.
  • Νοηματική προσαρμογή και προσθήκη παραπομπών από τον ομιλούντα.

0