(Eπιτρέπεται η λήψη ή η δημοσίευση μέρους ή όλου του περιεχομένου των διαφόρων θεμάτων που καταχωρούνται στην παρούσα ιστοσελίδα μας με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή λήψης αυτών www.galilea.gr)
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ ῏Ηχος δ’ Ταχὺ προκατάλαβε
Ἐκ γῆς ὁ καλέσας σε, πρὸς Οὐρανίους Μονάς, τηρεῖ καὶ μετὰ θάνατον ἀδιαλώβητον, τὸ Σκῆνός σου Ὅσιε. Σὺ γὰρ ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ὡς αἰχμάλωτος ἤχθης, ἔνθα καὶ ᾠκειώθης, τῷ Χριστῷ, Ἰωάννη. Αὐτὸν οὖν ἱκέτευε, σωθῆναι τάς ψυχὰς ἡμῶν. (Κατέβασμα)


ενάρετους. Στα χρόνια που βασίλευε στη Ρωσία ο Μέγας Πέτρος, ο Όσιος στρατεύθηκε και έλαβε μέρος στον Ρωσσοτουρκικό πόλεμο (1710–1711), όπου και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τατάρους.
σταύλο του, για να φροντίζει τα ζώα του. Οι συνθήκες διαβίωσης του Αγίου ήταν πολύ σκληρές. Σε μία γωνιά του στάβλου ξάπλωνε το κουρασμένο σώμα του και αναπαυόταν, ευχαριστώντας όμως τον Θεό, διότι αξιώθηκε να έχει ως κλίνη τη φάτνη στην οποία ανεκλήθη κατά την γέννησή Του ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ήταν δε αφοσιωμένος στο έργο του, περιποιούμενος με στοργή τα ζώα του κυρίου του, τα οποία αισθάνονταν τόση την προς αυτά αγάπη του Αγίου, ώστε να τον ζητούν, όταν απουσίαζε, να τον προσβλέπουν με αγάπη και να χρεμετίζουν με χαρά όταν τα χάιδευε, σαν να συνομιλούσαν μαζί του. Έτρωγε ελάχιστα, τα ρούχα του ήταν φτωχικά και ήταν αναγκασμένος να περπατά χωρίς υποδήματα. Σε αυτόν τον σταύλο, ο Άγιος προσευχόταν, ενώ τα βράδια συχνά επισκεπτόταν μια εκκλησία που ήταν εκεί κοντά, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Με το πέρασμα του χρόνου όμως τόσο ο αφέντης του όσο και η σύζυγός του τον αγάπησαν, και του πρόσφεραν για κατοικία ένα μικρό κελί κοντά στον αχυρώνα. Ο Ιωάννης όμως δεν δέχθηκε και εξακολούθησε να κοιμάται στον σταύλο, για να καταπονεί το σώμα του με την κακοπάθεια και με την άσκηση, μέσα στη δυσοσμία των ζώων. Εκείνος ο στάβλος κάθε νύχτα γέμιζε από τις προσευχές του Αγίου και η κακοσμία γινόταν οσμή ευωδίας πνευματικής. Ο όσιος Ιωάννης είχε εκείνο τον σταύλο ως ασκητήριο και εκεί πορευόταν κατά τους κανόνες των Πατέρων, προσευχόμενος γονυπετής επί ώρες, κοιμώμενος ελάχιστα επάνω στα άχυρα, χωρίς άλλο σκέπασμα παρά μία παλαιά κάπα. Νήστευε τις περισσότερες ημέρες, έχοντας ως γεύμα πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί και νερό. Εκτός της προσευχής και της νηστείας, που έκανε ως άλλος Ιώβ, πήγαινε τη νύχτα και έκανε όρθιος αγρυπνίες στο νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, η οποία ήταν κτισμένη μέσα σε ένα βράχο και βρισκόταν κοντά στον οίκο του Τούρκου κυρίου του. Εκεί πήγαινε κρυφά τη νύχτα, κοινωνούσε δε κάθε Σάββατο τα Άχραντα Μυστήρια και ο Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», επέβλεψε επί τον δούλο του τον πιστό και έκανε, ώστε να πάψουν να τον περιπαίζουν και να τον υβρίζουν οι σύνδουλοί του, δαμάσθηκε η θηριωδία των Τούρκων και έκπληκτοι τον ονόμαζαν «βελή», άγιο.
αναπαύτηκε σε ηλικία 40 ετών. Ένα στήριγμα είχε σε όλους τους αγώνες του και μία παρηγοριά στην γεμάτη κακοπάθεια ζωή του. Κατέφευγε σε προσευχές, γονυκλισίες, αγρυπνίες και κοινωνούσε κρυφά από τους Τούρκους, τα Άχραντα Μυστήρια. Η Θεία Κοινωνία ήταν η μεγάλη του ξεκούραση και ανάπαυση. Πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής του, ασθένησε και παρέμενε ξαπλωμένος πάνω στα άχυρα του στάβλου, τον οποίο είχε αγιάσει με τις δεήσεις του για το όνομα και την αγάπη του Χριστού. Προαισθανόμενος ο Όσιος το τέλος του, ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων. Έστειλε και κάλεσε γι’ αυτό έναν ιερέα. Ο ιερεύς φοβούμενος να μεταφέρει φανερά τα Άγια Μυστήρια στο σταύλο, εξαιτίας του φανατισμού των Τούρκων, σοφίστηκε, κατά Θεία φώτιση, και έβαλε την Θεία Κοινωνία μέσα σε ένα μήλο το οποίο και έσκαψε για το σκοπό αυτό. Έτσι μετέβη στο σταύλο και κοινώνησε τον μακάριο Ιωάννη, ο οποίος μόλις έλαβε το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Κυρίου, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού, τον Οποίο τόσο αγάπησε. Ήταν 27 Μαΐου 1730 μ.Χ.
του τον Χαζνετάρ Ογλού Οσμάν πασά με 1.800 στρατιώτες. Ο Οσμάν πασάς, αφού πέρασε την Καισάρεια της Καππαδοκίας, έφθασε κοντά στο Προκόπιο, όπου σκεπτόταν να αναπαυθεί και να αναχωρήσει την άλλη ημέρα. Επειδή όμως οι περισσότεροι από τους Μουσουλμάνους του Προκοπίου, σαν γενίτσαροι που ήσαν, μισούσαν τον σουλτάνο, συμφώνησαν όλοι να μην δεχθούν τον Οσμάν πασά στο Προκόπι ούτε στα σύνορα. Οι Χριστιανοί, που ήσαν πιστοί στον σουλτάνο, προσπάθησαν να πείσουν τους συμπατριώτες τους να πειθαρχήσουν στον σουλτάνο και να δεχθούν τον στρατό που ερχόταν από εκείνον, λέγοντας μάλιστα σε αυτούς ότι μπορεί ο Οσμάν πασάς να αγανακτήσει και να καταστρέψει το χωριό. Εκείνοι όμως δεν άλλαζαν γνώμη. Τότε οι Χριστιανοί πήραν τα γυναικόπαιδα και έφυγαν στα γύρω χωριά και στις σπηλιές, για να μην πέσουν θύματα της αντιδράσεως των γενιτσάρων. Πράγματι, την άλλη ημέρα, όταν ο Οσμάν πασάς εισήλθε στο Προκόπι, το λεηλάτησε και το κατέστρεψε. Κάποιοι από τους στρατιώτες εισήλθαν και στο ναό του Αγίου Γεωργίου. Άρπαξαν τα ιερά σκεύη και άνοιξαν τη λάρνακα του Οσίου ελπίζοντας να βρουν και εκεί χρυσαφικά και ασημικά. Δεν βρήκαν όμως τίποτε. Από το κακό τους, που βγήκαν γελασμένοι και για να κοροϊδέψουν τη χριστιανική πίστη, αποφάσισαν να κάψουν το ιερό λείψανο. Το έβαλαν στο προαύλιο, μάζεψαν πολλά φρύγανα, έβαλαν φωτιά και έριξαν με ασέβεια το ιερό σκήνωμα μέσα στις φλόγες. Το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου όχι μόνο έμεινε άφλεκτο, αλλά και φάνηκε στους άπιστους ότι ζούσε, τους φοβέριζε και τους έδιωχνε από τον περίβολο της εκκλησίας. Την επόμενη ημέρα γέροντες Χριστιανοί βρήκαν τα ασημικά, που είχαν αφήσει από τον τρόμο τους οι Τούρκοι στρατιώτες, πήραν με ευλάβεια το ιερό λείψανο και το τοποθέτησαν πάλι μέσα στη λάρνακα.