Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • Αυτή η εκδήλωση έχει τελειώσει.

Κυριακή ΙΖ’ Λουκά (Ζωντανή Μετάδοση) δείτε ΕΔΏ το θέμα

Περιγραφή

Ημ/νια:
Φεβρουάριος 16
Ώρα:
7:30 πμ - 5:00 μμ

Κυριακή ΙΖ’ Λουκά (ΑΣΩΤΟΥ).  Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας  ΕΔΩ (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση)  

ΘΕΜΑ λειτουργικού κηρύγματος: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ. Η απάντηση, συν Θεώ, στο λειτουργικό κήρυγμα της Κυριακής ή όταν αυτό αναρτηθεί στην ιστοσελίδα μας  https://galilea.gr/λειτουργικα-θειος-λογος/.

Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής ΙΣΤ’ Λουκά ΕΔΩ

ΟΣΙΟΣ ΦΛΑΒΙΑΝΟΣ 

Ὁ Ὅσιος Πατήρ ἡμῶν Φλαβιανός πῆγε σέ μία κορυφή ἑνός βουνοῦ, καί ἀφοῦ ἔκτισε ἕνα μικρό κελλάκι, κλείσθηκε ἐκεῖ μέσα, καί ἐκεῖ πέρασε ἑξῆντα χρόνια, χωρίς νά ὁμιλῆ σέ κανένα καί χωρίς νά βλέπεται ἀπό κανένα, άλλά ἔχοντας τόν νοῦ του στήν καρδιά του, φανταζόταν τόν Θεό, καί ἀπό ἐκεῖ δεχόταν κάθε παρηγορία, σύμφωνα μέ τήν προφητεία πού λέει “Ἀπόλαυσε τόν Κύριο μέ τήν προσευχή σου καί θά σοῦ δώση Ἐκεῖνος ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ἡ καρδιά σου (Ψαλμός 36,4). Εἶχε ἀνοίξει στόν τοῖχο τοῦ κελλιοῦ του ἕνα παραθυράκι καί, άπό έκεῖ βγάζοντας τό χέρι του, δεχόταν τήν τροφή, πού τοῦ ἔφερναν. Γιά νά μή φαίνεται σέ ἐκείνους πού ἔρχονταν άπό ἔξω, εἶχε τόν τόπο ἐκεῖνο σκαμένο λοξά καί μέ σχῆμα κύκλου. Ἡ δέ τροφή του ἦταν ὄσπρια βρεγμένα, ἀπό τά ὁποῖα ἔτρωγε μία φορά τήν ἑβδομάδα.
Μέ τέτοιον λοιπόν τρόπο ἔζησε ὁ ἀοίδημος ἑξῆντα ὁλόκληρα χρόνια, χωρίς νά ἀλλάξη τελείως οὔτε τήν τροφή του, οὔτε τήν μεγάλη του ἄσκησι. Ἔτσι ἔλαβε ὡς πλοῦτο ἀπό τόν Θεό τήν χάρι τῶν θαυμάτων. Διότι ἑναν πολύ μεγάλο δράκοντα θανάτωσε μέ τήν προσευχή του καί μία ἀσπίδα φόνευσε καί πλῆθος ἀκρίδων ἔδιωξε ἀπό ἔνα χωράφι, τό ὁποῖο ἐπρόκειτο νά καταφάγουν. Αὐτός ἕναν νέο δαιμονισμένο, ἀπό τό δαιμόνιο ἐλευθέρωσε καί τό μαστό μιᾶς γυναίκας, πού ἐβλάβη ἀπό τήν νόσο τοῦ καρκίνου, θεράπευσε καί ἕναν, πού κτυπήθηκε ἀπό ταῦρο καί πέθανε, τόν ἀνέστησε. Ἔτσι λοιπόν ἀφού πέρασε τήν ζωή του ὁ τρισόλβιος, ἄλλαξε τήν παροῦσα πολύμοχθη καί πρόσκαιρη ζωή μέ τήν αἰώνια ἐκείνη καί μακάρια, στήν ὁποία τώρα εὐφραίνεται.

Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Γ΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ’ ΛΟΥΚΑ
Λουκ. ιε’ 11-32

ΚΕΙΜΕΝΟ

11 Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

   11Έπειτα τους είπε:  «Kάποιος είχε δυο γιους. 12Kι ο μικρότερος είπε στον πατέρα του: Πατέρα, δώσε μου το μερίδιο που μου αναλογεί από την περιουσία. Kι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία. 13Έτσι, προτού κιόλας περάσουν πολλές μέρες, τα μάζεψε όλα ο μικρότερος γιος κι έφυγε σε μια μακρινή χώρα, όπου και σκόρπισε την περιουσία του ζώντας μέσα στην ασωτία. 14Kι αφού πια τα είχε ξοδέψει όλα, ξέσπασε μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, οπότε άρχισε αυτός να στερείται. 15Πήγε τότε κι έγινε υπηρέτης ενός από τους πολίτες της χώρας εκείνης, κι εκείνος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους. 16Kατάντησε έτσι να λαχταρά να ικανοποιήσει το στομάχι του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, μα κανένας δεν του έδινε. 17Ξανάρθε τότε στα λογικά του και είπε: Πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου κερδίζουν περισσότερο ψωμί απ’ό,τι χρειάζονται κι εγώ χάνομαι εδώ από την πείνα! 18Θα σηκωθώ, λοιπόν, και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον τ’ουρανού όσο κι εναντίον σου. 19Δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου, κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς σου. 20Έτσι, σηκώθηκε και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του. Kι ενώ βρισκόταν ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε, κι έτρεξε και τον άρπαξε στην αγκαλιά του και τον γέμισε με φιλιά. 21Tου είπε τότε ο γιος: Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον τ’ουρανού όσο και εναντίον σου και δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου. 22Mα ο πατέρας είπε στους δούλους του: Φέρτε την καλύτερη στολή και ντύστε τον, και δώστε του δαχτυλίδι για το χέρι του και υποδήματα για τα πόδια του. 23Φέρτε επίσης το καλοθρεμμένο μοσχάρι και σφάξτε το, για να φάμε και να ευφρανθούμε, 24γιατί αυτός εδώ ο γιος μου νεκρός ήταν και ξανάζησε, χαμένος ήταν και βρέθηκε. Kι άρχισαν να ευφραίνονται.

25»Στο μεταξύ, ο μεγαλύτερος γιος ήταν στο χωράφι. Kαθώς, λοιπόν, πλησίασε στο σπίτι την ώρα που επέστρεφε, άκουσε μουσική και χορούς. 26Φώναξε τότε έναν από τους υπηρέτες και ρωτούσε να μάθει τι σημαίνουν όλ’αυτά. 27Kι εκείνος του είπε: Eπέστρεψε ο αδελφός σου κι ο πατέρας σου έσφαξε το καλοθρεμμένο μοσχάρι, επειδή ξανάρθε πίσω σ’αυτόν υγιής. 28Oργίστηκε τότε εκείνος και δεν ήθελε να μπει μέσα. Bγήκε, λοιπόν, έξω ο πατέρας του και τον παρακαλούσε, 29μα εκείνος αποκρίθηκε στον πατέρα του και του είπε: Tόσα χρόνια τώρα εργάζομαι για σένα και ποτέ δεν παραμέλησα κάποια εντολή σου. Kι όμως σ’εμένα δεν έδωσες ποτέ ούτε ένα κατσίκι για να διασκεδάσω με τους φίλους μου. 30Mα σαν ήρθε ο γιος σου αυτός, που κατέφαγε όλο το βιος σου με πόρνες, έσφαξες για χάρη του το καλοθρεμμένο μοσχάρι. 31Tότε εκείνος του είπε:  «Παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου κι όλα όσα έχω εγώ δικά σου είναι. 32Mα να γιορτάσουμε έπρεπε και να χαρούμε, γιατί ο αδελφός σου αυτός νεκρός ήταν κι αναστήθηκε, κι ήταν χαμένος και βρέθηκε».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν δωδεκάριθμον, Μαρτύρων φάλαγγα, ἀνευφημήσωμεν, ἐνθέοις ἄσμασι, Πάμφιλον Παῦλον Σαμουήλ, Οὐάλεντα καὶ Ἠλίαν, Ἱερεμίαν, Σέλευκον, Δανιὴλ καὶ Πορφύριον, Ἰουλιανὸν ὁμοὺ Ἠσαΐαν Θεόδουλον αὐτοὶ γὰρ τὸν Δεσπότην τῶν ὅλων, πάσιν ἠμὶν ἐξιλεοῦνται.

Translate »
Share via
Copy link
Powered by Social Snap