ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η Θεσσαλία από τους αρχαιότατους χρόνους ακόμα, με τους μύθους και τους θρύλους της, αναγνωριζόταν ως η πανάρχαια κοιτίδα της θρησκείας και του πολιτισμού του ελληνικού έθνους.
Στις 4 Νοεμβρίου 2004 η Ιερά Μητρόπολη της Λάρισας συμπλήρωσε 1.680 χρόνια από το έτος 324 όταν ο ‘Αγιος και Μέγας Κωνσταντίνος την ονόμασε επισκοπή. Το έργο της περίλαμπρο και επαινετό ως σήμερα και η προσφορά της στη διατήρηση και στερέωση της ορθόδοξης μαρτυρίας και γνήσιας χριστιανικής παράδοσης μεγάλη και ουσιαστική.
Για τον εορτασμό των 1.680 χρόνων της Μητρόπολης πραγματοποιήθηκε ειδική εκδήλωση στη Λάρισα κατά τη διάρκεια της οποίας ο Ομότιμος Καθηγητής του Ιονίου Πανεπιστημίου κ. Δημήτριος Σοφιανός παρουσίασε ενδιαφέροντα στοιχεία για την ιστορία της Ιεράς Μητρόπολης της πόλης.
Από πολύ νωρίς η Θεσσαλία διακρίθηκε για την εξάπλωση και διάδοση του χριστιανισμού σε μεγάλο αριθμό χριστιανών μαρτύρων, κληρικών και λαϊκών. Δημιουργήθηκε έτσι πλήθος επισκοπών στη Θεσσαλία , με κληρικού και κυρίως επισκόπους, διακρινόμενους για τη θεολογική τους κατάρτιση, την ηθική και γραμματική τους παιδία σε καιρούς μάλιστα χαλεπούς και κρίσιμους για τον ελληνισμό. Πολλοί από τους επισκόπους αυτούς κατατάχθηκαν στη χορεία των Αγίων της εκκλησίας, ενώ άλλοι ανήλθαν στον πατριαρχικό οικουμενικό θρόνο ή σε άλλα υψηλά αξιώματα.
Την πρώτη, βέβαια, θέση ανάμεσα στις θεσσαλικές επισκοπές κατείχε ανέκαθεν η Λάρισα. Ήδη από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, το έτος 324 ανακηρύχθηκε τιμητικά , σύμφωνα με την παράδοση, από το Μέγα Κωνσταντίνο το θεμελιωτή του Χριστιανισμού και της βυζαντινής αυτοκρατορικής εξουσίας, σε αρχιεπισκοπή, με όλα τα προνόμια ανεξαρτησίας και αυτοτέλειας που συνεπάγεται εκκλησιαστικά ο τίτλος αυτός. Διακόσια έτη αργότερα, το 531, με τοπική Σύνοδο που συγκλήθηκε στην πόλη της Λάρισας, ανακηρύσσεται η Λάρισα σε μητρόπολη με επικεφαλής όλων των θεσσαλικών επισκοπών.
Στα τέλη του 9ου αιώνα, η Μητρόπολη Λάρισας κατείχε την 34η θέση στην τάξη των μητροπόλεων των υποκειμένων στον οικουμενικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως.
Υπάγονταν δε, στη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Λάρισας περίπου 25-35 επισκοπές. Η έκταση της δικαιοδοσίας της φαίνεται αν σκεφτεί κανείς ότι πολλές από αυτές τις επισκοπές σήμερα δεν ανήκουν καν στον θεσσαλικό χώρο, ούτε γεωγραφικά ούτε εκκλησιαστικά.
Από το έτος 1734 ο μητροπολίτης Λαρίσης φέρει τον τίτλο «Λαρίσης και Τυρνάβου» που ισχύει έως και σήμερα. Για τον τρόπο εκλογής επισκόπου υπαγομένου στη Μητρόπολη Λαρίσης από τον 17ο αιώνα και μετά, αλλά ασφαλώς και για τους προγενέστερους αιώνες, μας πληροφορούν δύο κώδικες της Εθνικής Βιβλιοθήκης Ελλάδος, οι υπ’ αριθμόν 1471 και 1472.
Για την εκλογή, λοιπόν, επισκόπου ίσχυε ότι μετά το θάνατο, την παραίτηση, την καθαίρεση ή τη μετάθεση επισκόπου, συνέρχονταν αμέσως οι επίσκοποι με εντολή του Μητροπολίτη Λάρισας, για τον καταρτισμό των υποψηφίων προς αρχιερατεία για την πλήρωση της καινής θέσεως.
Δεν συνέρχονταν όλοι οι επίσκοποι, αλλά μόνο οι παρευρισκόμενοι στον τόπο όπου γινόταν η Σύνοδος .Η καθέδρα των μητροπολιτών Λαρίσης για πολλούς αιώνες είχε μεταφερθεί από τη Λάρισα στο Τρίκαλα, διότι η Λάρισα εξαιτίας των βαρβαρικών επιδρομών, είχε καταστεί ακατοίκητη και έρημη, ενώ με την τουρκική κατάκτηση το 1391, επί Βαγιαζήτ του Α’, είχε καταντήσει τουρκόπολη χωρίς χριστιανούς κατοίκους.
Οι μητροπολίτες της Λάρισας επανήλθαν οριστικά στην κανονική τους έδρα, τη Λάρισα μετά από τέσσερις αιώνες, το 1739, οπότε ανασυστήθηκε η επισκοπή Τρίκκης, με πατριαρχικό συνοδικό γράμμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Νεοφύτου Γ’ (Απρίλιος 1739) και ο μητροπολίτης Λαρίσης Ιάκωβος Β’ (1734-1749) εγκατέλειψε τα Τρίκαλα και εγκαταστάθηκε στη Λάρισα όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα.
Οι μητροπολίτες της Λάρισας που λάμπρυναν και έκλεισαν τον ιστορικό τους θρόνο με την οσιακή και κατά Χριστόν ζωή τους, την πλούσια και πολυσχιδή εκκλησιαστική τους δράση και το φιλανθρωπικό και κοινωνικό τους έργο τιμήθηκαν με το φωτοστέφανο της αγιοσύνης και κατατάχθηκαν στο τοπικό αγιολόγιο της εκκλησίας μας.
Δε θα μπορούσε να μη γίνει αναφορά στον κατεξοχήν άγιο ιεράρχη, τον πολιούχο και κραταιό προστάτη της Λάρισας ‘Αγιο Αχίλλιο, με τον περικαλλή και επιβλητικό ναό του που δεσπόζει στην πόλη και στον οποίο φυλάσσεται ως πολύτιμος θησαυρός το τίμιο λεψανό του, που επανήλθε στη θέση του στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μετά από περιπέτειες και περιπλανήσεις αιώνων.
Ο ‘Αγιος Αχίλλιος, ένας από τους διαπρεπέστερους ιεράρχες των πρώτων χριστιανικών χρόνων, του Δ’ αιώνα, δεν αποτελεί ουσιαστικά κεφάλαιο και κόσμημα μόνο για την τοπική εκκλησία της Θεσσαλίας και της Λάρισας ειδικότερα, αλλά γενικότερα για τον χριστιανισμό στους δύσκολους καιρούς της εξάπλωσης και διάδοσής του. Είναι ο πρώτος γνωστός επίσκοπος της Λάρισας, με τον τίτλο του αρχιεπισκόπου και θεωρείται εισηγητής της νέας θρησκείας της αγαπης και της συγνώμης του Χριστιανισμού στην περιοχή.
Τα λείψανα του Αγίου είχαν λησμονηθεί και παρέμειναν κρυμμένα για μεγάλο χρονικό διάστημα όταν βρέθηκαν περί τα μέσα του 8ου αιώνα στις 10 Φεβρουαρίου. Όμως κατά την κατάληψη της Λάρισας κατά το έτος 985-986, από το Σαμουήλ των Βουλγάρων, ο οποίος αιχμαλώτισε τους Λαρισαίους και τους μετέφερε στα ενδότερα της Βουλγαρίας, ο Βούλγαρος αιμοσταγής τσάρος έκλεψε τα λείψανα του Αγίου Αχιλλίου και τα μετακόμισε στη νησίδα της μικρής Πρέσπας, όπου ανήγειρε ναό προς τιμήν του. Τα γεγονότα αυτά καταγράφει με λεπτομέρεια ο βυζαντινός χρονογράφος Ιωάννης Σκυλίτζης.
Μετά τον ‘Αγιο Αχίλλιο Λαρίσης, ακολουθεί επί 10 σχεδόν αιώνες μία λαμπρή σειρά ιεραρχών που με το έργο και την παρουσία τους κόσμησαν και τίμησαν τον ιστορικό μητροπολιτικό θρόνο της Θεσσαλικής πρωτεύουσας. Σε τοιχογραφία του 1627 στο βόρειο νάρθηκα του ναού των Αγίων Αναργύρων Τρικάλων, απεικονίζονται οι επτά άγιοι αρχιεπίσκοποι της Λάρισας. Σύμφωνα με τις επιγραφές του είναι οι: Θωμάς ο Χωριάτης, Κυπριανός ο Θαυματουργός, Αντώνιος ο Λογιώτατος και Νέος Θεολόγος, Βησσαρίων ο πρώην, Διονύσιος ο Ελεήμων, Μάρκος ο Ησυχαστής και ο Βησσαρίων του Σωτήρος.
Το ότι εικονίζονται σε ναό των Τρικάλων και όχι της Λάρισας, της οποίας ήταν μητροπολίτες, οφείλεται στο γεγονός ότι επί αιώνες τα Τρίκαλα αποτέλεσαν την καθέδρα των μητροπολιτών της Λάρισας.
Τέλος, σημαντικό είναι να αναφερθούν και τα ονόματα τριών μητροπολιτών Λάρισας, ηρωικών μορφών και εθνομαρτύρων. Ο λεοντόθυμος ιεράρχης Διονύσιος ΄Β ο Φιλόσοφος που χλευαστικά τον αποκάλεσαν Σκυλόσοφο, ο οποίος με το παράτολμο και πρόωρο επαναστατικό του κίνημα κατά των Τούρκων βρήκε μαρτυρικό θάνατο στα1601 στα Γιάννινα, ο Διονύσιος ΄Ζ Καλλιάρχης, ο οποίος μετατεθείς στη μητρόπολη Εφέσου στις 10 Απριλίου 1821, Κυριακή του Πάσχα, απαγχονίστηκε από τους Τούρκους μαζί με τον Γρηγόριο τον Έ και τον Πολύκαρπο Μπιθικούση τον Δαρδαίο, τον οποίο στα 1821 οι Τούρκοι με εντολή του Δράμαλη Πασά καρατόμησαν. Και οι τρεις αυτοί μητροπολίτες της Λάρισας, με το φωτοστέφανο του μαρτυρίου τους και το αίμα τους, κατέχουν εξέχουσα θέση στο Συναξάρι της Εκκλησίας μας και του Έθνους.